Υπόμνημα, με το οποίο ζητούν να δοθούν απαντήσεις για τους όρους με τους οποίους τα παιδιά παρακολουθούν την εκπαιδευτική διαδικασία, απέστειλαν σε όλους τους αρμόδιους φορείς πέντε Σύλλογοι γονέων των Χανίων.

Αυτό έγινε γνωστό κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου στο Μουσικό Σχολείο Χανίων, όπου οι γονείς αναφέρθηκαν στα αιτήματά τους. Μεταξύ άλλων, στο υπόμνημα των γονέων τονίζεται, ότι τα παιδιά τους ζουν από πρώτο χέρι την έλλειψη υποδομών, προσωπικού καθαριότητας, εκπαιδευτικών. Κάθε γονιός βλέπει καθημερινά ότι η κατάσταση που επικρατεί στο Δημόσιο σχολείο υπονομεύει το μέλλον και την υγεία των παιδιών. Το υπόμνημα υπογράφουν οι σύλλογοι γονέων των 2ου Γενικού Λυκείου Χανίων, 4ου Γενικού Λυκείου, του Μουσικού Σχολείου, του 15ου και 11ου δημοτικών, και του 11ου & 27ου Νηπιαγωγείων Χανίων.

Το υπόμνημα έχει ως αποδέκτες την Δημοτική αρχή του Δήμου Χανίων και τις Δημοτικές Παρατάξεις, την Περιφερειακή Αρχή και τις παρατάξεις του Περιφερειακού Συμβουλίου Κρήτης, τις Διευθύνσεις Α΄θμιας και Β΄θμιας εκπαίδευσης Ν. Χανίων, το Υπουργείο Παιδείας, τον ΕΟΔΥ, την Ένωση γονέων Χανίων και την Ομοσπονδία Ενώσεων συλλόγων γονέων Κρήτης.

Όπως αναφέρει μεταξύ άλλων το υπόμνημα, «μετά από αναστολή αρκετών μηνών η κυβέρνηση ενεργοποιεί εκ νέου το διαβόητο «Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων». Θυμίζουμε ότι το ΚΜΠΔ αποτελεί νομοθετικό έργο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με τον νόμο 4557/2018 με τίτλο “Πρόληψη και καταστολή της νοµιµοποίησης εσόδων από εγκληµατικές δραστηριότητες και της χρηµατοδότησης της τροµοκρατίας (ενσωµάτωση της Οδηγίας 2015/849/ΕΕ) και άλλες διατάξεις” τα Διοικητικά Συμβούλια όλων ανεξαιρέτως των συνδικαλιστικών οργανώσεων υποχρεούνται να καταγράψουν σε ειδική πλατφόρμα, που φέρει τον τίτλο “Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων” (ΚΜΠΔ), τα ατομικά στοιχεία (ονοματεπώνυμο, αριθμό ταυτότητας, ΑΦΜ, τηλέφωνα κλπ) των μελών των προεδρείων τους. Η κυβέρνηση της ΝΔ, υπενθυμίζει στα σωματεία πως καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή των δηλώσεων αυτών είναι η 1η Νοέμβρη 2020. Έπειτα ακολουθεί … η ράβδος και το πρόστιμο των 10.000€ ενώ για όσους επιμένουν να μην “συμμορφώνονται” με τις κυβερνητικές εντολές τα πρόστιμα διπλασιάζονται.

Πρόκειται για μια απαράδεκτη και προκλητική ενέργεια. Προκλητική και απαράδεκτη γιατί η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη, ούτε λίγο – ούτε πολύ, αντιμετωπίζει τα συνδικάτα ως εν δυνάμει “εγκληματικές οργανώσεις”, χώρους που γίνεται ξέπλυμα μαύρου χρήματος ή πολύ περισσότερο πως “οντότητες”, όπως χαρακτηρίζονται από το νόμο, που μπορεί και να χρηματοδοτούν την τρομοκρατία! Πρόκειται πραγματικά για μια απύθμενου θράσους πολιτική ενέργεια που τσουβαλιάζει τα συλλογικά όργανα των εργαζομένων, τα συνδικάτα και τα σωματεία τους όπως επίσης και τα δημοκρατικά εκλεγμένα συμβούλιά τους, βάζοντάς τα στον ίδιο παρονομαστή με τους ανθρώπους της νύχτας και του υποκόσμου, τους σύγχρονους δουλεμπόρους, τους εμπόρους ναρκωτικών και όπλων, τους κάθε λογίς μαφιόζους.

Η πολιτική αυτή επιδιώκει να στοχοποιήσει και να επιφέρει καίρια πλήγματα στο οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα, να τρομοκρατήσει τους εργαζόμενους και όσους ασκούν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα, όσους συνδικαλίζονται, όσους απεργούν και αγωνίζονται.

Η συγκεκριμένη ρύθμιση ενεργοποιείται σε μια περίοδο που η κυβέρνηση χτυπά τα δημοκρατικά δικαιώματα, καταστέλλει τις διαδηλώσεις, μεθοδεύει την επιβολή σκληρών αντισυνδικαλιστικών μέτρων. Έρχεται σε συνέχεια της πολιτικής που χτυπά το δικαίωμα στην απεργία, ετοιμάζεται να επιβάλλει ηλεκτρονικές ψηφοφορίες στα συνδικάτα, με όχημα τα Υπηρεσιακά Συμβούλια. Το κυβερνητικό επιχείρημα πως “πρόκειται για συμμόρφωση σε ευρωπαϊκή οδηγία” επιβεβαιώνει πως η ΕΕ αντιμετωπίζει εχθρικά τον κόσμο της εργασίας και την οργανωμένη πάλη και δράση του για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του και της ζωής του.

Τα συνδικάτα και τα σωματεία των εργαζομένων δεν απολογούνται ούτε δίνουν λογαριασμό στην κυβέρνηση, στο κράτος και στην ΕΕ. Λογοδοτούν αποκλειστικά και μόνο στα μέλη τους και στους εργαζόμενους. Οι εργαζόμενοι και τα σωματεία τους δρουν και αγωνίζονται πάντα κάτω από το φως του ήλιου.

• Απαιτούμε από την κυβέρνηση να αποσύρει τώρα την απαράδεκτη, προσβλητική και προκλητική νομοθετική διάταξη που φακελώνει και στιγματίζει τα συνδικάτα.

• Καλούμε τις ΕΛΜΕ και την ΟΛΜΕ να καταγγείλουν ανοιχτά τις απαράδεκτες κυβερνητικές μεθοδεύεις και να απαιτήσουν με αγωνιστικό τρόπο την άμεση απόσυρση της νομοθετικής διάταξης που στοχοποιεί και αμαυρώνει τα σωματεία.

• Καλούμε την ΟΛΜΕ και την ΑΔΕΔΥ να ενεργοποιηθούν για την ακύρωση του προκλητικού νομοθετήματος για τις συνδικαλιστικές και πολιτικές οργανώσεις.

Κάτω τα χέρια από τα συνδικάτα!

Κανένας κρατικός έλεγχος στα σωματεία των εργαζομένων!»