Οποιοσδήποτε επιχειρήσει μια πολιτική ανάλυση της κείμενης πολιτικής αδυναμίας του απερχόμενου Αμερικανού προέδρου δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την πολιτική του ισχύ. Και όμως ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε και αναδείχθηκε στον πρώτο πρόεδρο που έχασε τη λαϊκή ψήφο σε διαδοχικές εκλογές. Ποιοι όμως ήταν οι λόγοι της αποτυχίας του;

Σύμφωνα με τους πολιτικούς αναλυτές, τα στοιχεία που τον έφεραν στην εξουσία το 2016, ως τον πολιτικό outsider που έσπαγε τους κανόνες και τολμούσε να αρθρώσει αυτά που μέχρι τότε κανείς δεν έλεγε, είναι ακριβώς αυτά που τον γκρέμισαν μια τετραετία αργότερα με πάταγο από το βάθρο του, καθώς ένα μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος τού γύρισε την πλάτη για αυτήν ακριβώς την επιθετική του συμπεριφορά.

Ρεπουμπλικάνοι υψηλού μορφωτικού επιπέδου που θέλησαν να του δώσουν τότε μια ευκαιρία, σήμερα παραδέχονται ότι απείχε από αυτό που εννοούν ως “πρόεδρος” θεωρώντας την περιφρόνηση του για τον πολιτικό πολιτισμό και τις υφιστάμενες νόρμες από δυσάρεστη έως προσβλητική.

Προκάλεσε φυλετικές εντάσεις. Η χρήση ρατσιστικής γλώσσας σε tweets, η αποτυχία του, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καταδικάσει επαρκώς την λευκή υπεροχή, το ποδοπάτημα των παραδοσιακών συμμαχιών της Αμερικής και ο πρόδηλος θαυμασμός του προς την παραδοσιακή “εχθρό” για τις ΗΠΑ, Ρωσία, στο πρόσωπο του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Άλλο ένα λάθος που του κόστισε ήταν ότι απέτυχε να επεκτείνει το έρισμά του πέρα από τα όρια της αρχική του εκλογικής βάσης. Όμως ούτε προσπάθησε και ιδιαίτερα για το επιτύχει. Όπως αναφέρει ο αναλυτής του BBC, το 2016, κέρδισε 30 πολιτείες ωστόσο συχνά κυβερνούσε σαν να ήταν πρόεδρος αποκλειστικά της συντηρητικής ρεπουμπλικανικής Αμερική. Ο ίδιος ως πιο συνειδητά διχαστικός πρόεδρος των τελευταίων 100 ετών, έκανε μικρή προσπάθεια να προσεγγίσει την “Δημοκρατική” Αμερική, τα 20 κράτη που ψήφισαν τότε τη Χίλαρι Κλίντον.

Στην όλη εικόνα της διακυβέρνησής του προστέθηκε σωρευτικά μια σειρά σκανδάλων, συχνές αναστατώσεις και “καρατομήσεις” με συνοπτικές διαδικασίες στο επιτελείο του, και χάος.

Ωστόσο, οι εκλογές του 2020 δεν ήταν επανάληψη των εκλογών του 2016. Αυτή τη φορά ο νυν πρόεδρος είχε ένα θλιβερό ρεκόρ να εξηγήσει,εκείνο της απώλειας 230.000 Αμερικανών ως αποτέλεσμα της κακοδιαχείρισης της πανδημίας.

Πριν την επέλαση του ιού τα πολιτικά “ζωτικά σημεία” που εμφάνιζε ήταν ισχυρά. Θα μπορούσε να υπερηφανεύεται για μια στιβαρή οικονομία, και σε συνδυασμό με το πλεονέκτημα που προσφέρει η προεδρία, να κερδίσει μια δεύτερη τετραετία. Ωστόσο ο ιός τον νίκησε. Επρόκειτο για νομοτέλεια; Συχνά ηγέτες βγαίνουν ενισχυμένοι από εθνικές κρίσεις. Εν προκειμένω το πρόβλημα ήταν ο ανεύθυνος χειρισμός.

«Οι άνθρωποι είναι κουρασμένοι «, ανέφερε χαρακτηριστικά ψηφοφόρος που τον είχε στηρίξει το 2016. «Θέλουν να δουν την ομαλότητα πίσω σε αυτή τη χώρα. Θέλουν να δουν αξιοπρέπεια. Θέλουν να σταματήσουν αυτό το μίσος. Θέλουν να δουν αυτή τη χώρα ενωμένη. Και αυτό μαζί θα φέρει τον Τζο Μπάιντεν στην Προεδρία.»

Η ανταποκρίτρια της ΕΡΤ στην Ουάσινγκτον μεταδίδει ότι στην αμερικανική πρωτεύουσα κυριαρχεί ένα κλίμα συλλογικής ανακούφισης. Από την πρώτη στιγμή ανάδειξης του νικητή και για το επόμενο 12ωρο τα κορναρίσματα δεν σταμάτησαν, άνθρωποι αγκαλιάζονταν και έκλαιγαν στους δρόμους, αυτοσχέδια πάρτι στήθηκαν σε ταράτσες. Μια εικόνα που δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ ξανά έπειτα από εκλογές στη χώρα.

Πρέπει ωστόσο να του πιστωθεί ότι παρέμεινε πολιτικά βιώσιμος μέχρι το τέλος, παρά την τριπλή δοκιμασία που περνά η αμερικανική κοινωνία: τη χειρότερη κρίση δημόσιας υγείας εδώ και 100 χρόνια, τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση από τη δεκαετία του 1930 και επίσης την περίοδο πιο φυλετική αναταραχή της από τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Ακόμα, πάλι αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ παρέμεινε πολιτικά βιώσιμος μέχρι το τέλος, παρά τη χώρα που βιώνει τη χειρότερη υγειονομική κρίση εδώ και 100 χρόνια, τη μεγαλύτερη οικονομική πίεση από τη δεκαετία του 1930 και επίσης τη μεγαλύτερη φυλετική αναταραχή από το τέλη της δεκαετίας του 1960.

Ωστόσο το πολιτικό του έρεισμα δεν είναι ευκαταφρόνητο και θα συνεχίσει να είναι η κυρίαρχη φιγούρα στο συντηρητικό κίνημα για τα επόμενα χρόνια.

Ο απερχόμενος πρόεδρος θα παραμείνει μια βαθιά πολωτική φιγούρα και θα μπορούσε να διεκδικήσει τον θώκο ξανά το 2024. Οι ΗΠΑ σίγουρα δεν έχουν τελειώσει με τον πιο ανορθόδοξο πρόεδρο της ιστορία τους.