Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), ο αντίκτυπος της πανδημίας στην ψυχική υγεία θα είναι μακροπρόθεσμος και μεγάλος. O κύριος ψυχολογικός αντίκτυπος μέχρι στιγμής είναι τα αυξημένα ποσοστά άγχους, ανησυχίας και φόβου. Ωστόσο, τα περιοριστικά μέτρα που διαταράσσουν την καθημερινότητά μας ενισχύουν την αίσθηση της μοναξιάς και την κατάθλιψη. Παράλληλα έχει σημειωθεί αύξηση στην κατανάλωση αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών, καθώς και στις τάσεις αυτοκτονίας.

«Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τα αρχικά στάδια της πανδημίας αποκάλυψαν πως ένας στους τρεις ενήλικες νιώθει στενοχωρημένος. Ένας στους δυο (ηλικίας 18-29 ετών) έχει κατάθλιψη και άγχος, και 1 στους 6 πιθανώς επηρεάζεται από την τρέχουσα κατάσταση. Έως και το 20% των εργαζομένων στον τομέα της υγείας υποφέρουν από άγχος και κατάθλιψη», αναφέρει ο ΠΟΥ σε επίσημη ανακοίνωσή του λίγο πριν τα Χριστούγεννα.

«Οι άνθρωποι μιλούν για την επιστροφή στην ομαλότητα αλλά δεν νομίζω ότι θα συμβεί αυτό», λέει ο Frank Snowden, ιστορικός πανδημιών στο Πανεπιστήμιο του Yale, και συγγραφέας του βιβλίου «Επιδημίες και Κοινωνία: Από τον Μαύρο Θάνατο μέχρι σήμερα» (Epidemics and Society: From the Black Death to the Present).

Ο ιστορικός μελετά τις πανδημίες εδώ και 40 χρόνια και πιστεύει ότι ο κορονοϊός δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός. Όλες οι πανδημίες «πλήττουν τις κοινωνίες μέσω των συγκεκριμένων τρωτών σημείων που έχουν δημιουργήσει οι άνθρωποι από τις σχέσεις τους με το περιβάλλον, με άλλα είδη αλλά και μεταξύ τους», εξηγεί ο καθηγητής. Κάθε πανδημία έχει τις δικές της ιδιότητες και αυτή – όπως και η βουβωνική πανούκλα – επηρεάζει την ψυχική μας υγεία. Ο ιστορικός προβλέπει μια δεύτερη πανδημία να έρχεται πίσω από την πρώτη. Μια ψυχολογική πανδημία.

Η Aoife O’Donovan, αναπληρώτρια καθηγήτρια ψυχιατρικής στο Ινστιτούτο Νευροεπιστημών Weill στην Καλιφόρνια, η οποία ειδικεύεται στο τραύμα, συμφωνεί. «Είμαστε αντιμέτωποι με τόσες πολλές αβεβαιότητες», λέει. «Έχουν συμβεί φρικτά πράγματα και θα συμβούν κι άλλα χωρίς να ξέρουμε πότε, σε ποιον ή πώς. Αυτό είναι πραγματικά δύσκολο να το διαχειριστούμε».

Όταν αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε κίνδυνο, το σώμα μας απελευθερώνει χημικές ουσίες όπως η αδρεναλίνη, που μας κάνει να είμαστε σε εγρήγορση. Το αυτόνομο νευρικό μας σύστημα ενεργοποιείται και προκαλεί φυσιολογικές αλλαγές στο σώμα ώστε να μπορέσει να καταπολεμήσει την κατάσταση. Η απόκριση στο στρες, είναι γνωστός ως μηχανισμός «πάλης ή φυγής» και ενεργοποιείται σε επείγουσες καταστάσεις. Αυτό επηρεάζει και τη λειτουργία του εγκεφάλου, καθιστώντας τους ανθρώπους πιο ευαίσθητους στις απειλές και λιγότερο ευαίσθητους στις ανταμοιβές. Με άλλα λόγια, το ανοσοποιητικό σας σύστημα μπορεί να ενεργοποιηθεί εάν ακούσετε κάποιον δίπλα σας να βήχει, ή απλά βλέποντας τους γύρω σας με μάσκες. Και επειδή, επισημαίνει η O’Donovan, οι κυβερνητικοί κανονισμοί είναι αναγκαστικά ευρείς και μεταβλητοί, «ως άτομα πρέπει να κάνουμε πολλές επιλογές. Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη αβεβαιότητα».

Η ικανότητά του ανθρώπινου σώματος να ενεργοποιείται όταν αισθάνεται τον κίνδυνο είναι εντυπωσιακή, αλλά η ερευνήτρια φοβάται ότι οι συχνές και παρατεταμένες απειλές μπορεί να είναι επιβλαβείς. «Αυτή η ενεργοποίηση μπορεί να είναι επιβλαβής μακροπρόθεσμα. Επιταχύνει τη βιολογική γήρανση και αυξάνει τον κίνδυνο για ασθένειες που συνδέονται με το γήρας», λέει.

Ο αντίκτυπος της έλλειψη του αγγίγματος

Οι νευροεπιστήμονες Francis McGlone και Merle Fairhurst μελετούν τις νευρικές ίνες που ονομάζονται C-tactile aferents, οι οποίες βρίσκονται στην πλάτη και τους ώμους. Αυτές οι ίνες συνδέουν το κοινωνικό, συναισθηματικό άγγιγμα με ένα σύνθετο σύστημα ανταμοιβής, έτσι ώστε όταν κάποιος μας χαϊδεύει, ή μας αγκαλιάζει, το σώμα μας απελευθερώνει οξυτοκίνη, η οποία μειώνει τον καρδιακό ρυθμό και αναστέλλει την παραγωγή της κορτιζόνης.

Η Fairhurst εξέτασε τα δεδομένα μεγάλης έρευνας που πραγματοποίησε μαζί με τον McGlone τον Μάιο και διαπίστωσε ότι αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο από τον αρνητικό συναισθηματικό αντίκτυπο της έλλειψης του αγγίγματος, είναι οι νέοι. «Η ηλικία είναι ένας σημαντικός δείκτης μοναξιάς και κατάθλιψης», λέει η ερευνήτρια. Η έλλειψη της συνδετικής δύναμης της αφής προκαλεί «παράγοντες που συμβάλλουν στην κατάθλιψη, την θλίψη, τα χαμηλότερα επίπεδα ενέργειας και τον λήθαργο».

Επιπλέον, η έλλειψη των πολιτιστικών δραστηριοτήτων τροφοδοτούν την αίσθηση της απανθρωπιάς. Ο Eric Clarke, καθηγητής στο Wadham College της Οξφόρδης, ερευνά την ψυχολογία της μουσικής και αναπολεί τις συναυλίες. «Αυτό που ένιωσα ήταν ένα αίσθημα υποβάθμισης ή διάβρωσης της αισθητικής μου», λέει. «Νιώθω λιγότερο ενθουσιασμένος από τον κόσμο γύρω μου από ό, τι όταν πηγαίνω σε μια συναυλία».

Ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε τον θάνατο επίσης έχει αλλάξει. Οι πεθαμένοι έχουν γίνει αριθμοί και στατιστικά στοιχεία», λέει ο Snowden, ο οποίος έχασε την αδερφή του από τον κορονοϊό. «Δεν καταφέραμε να την δούμε, ούτε εγώ ούτε η οικογένειά της. Η πανδημία αποξενώνει τους ανθρώπους».

Στην αρχή, η πανδημία έκανε τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι βιώνουν κάτι συλλογικά και έτσι η κοινότητα έγινε λίγο πιο αλτρουιστική», λέει ο John Drury, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Sussex που ειδικεύεται στην ψυχολογία του πλήθους. «Αλλά αυτό δεν μπορεί να διαρκέσει πολύ».

Ακόμη όμως και οι μικρές θετικές αλλαγές μπορεί να είναι αποτελεσματικές. Η έρευνα της Fairhurst έδειξε ότι «οι άνθρωποι που είναι λιγότερο μοναχικοί είναι αυτοί που περιποιούνται τον εαυτό τους περισσότερο».

Θα μας αλλάξει μακροπρόθεσμα η πανδημία;

Η O’Donovan μελετά εδώ και χρόνια τη διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) και πιστεύει ότι η πανδημία θα αυξήσει τα ποσοστά του. Το 20% έως το 30% αυτών που νοσηλεύονται σε μονάδες εντατικής θεραπείας θα το βιώσουν αργότερα. Όμως τι γίνεται με εκείνους που πάσχουν από άλλες φοβίες, όπως αγοραφοβία; Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που ανέκαμψαν από τον Sars το 2003 και εξακολουθούσαν την θεραπεία για PTSD για περισσότερο από μια δεκαετία. «Ίσως μετά από αυτή την εμπειρία να μπορέσουμε να μετασχηματίσουμε το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, ώστε να δίνει τη δέουσα προσοχή τόσο στην ψυχική όσο και στη σωματική υγεία. Ίσως η πανδημία να μας βοηθήσει να ξανασκεφτούμε την έννοια του φαρμάκου», συμπληρώνει η ερευνήτρια.

«Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την πανδημία ως κινητήρια δύναμη για αλλαγή», λέει ο Alexandre White του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, ο οποίος ελπίζει σε μια καθολική υγειονομική περίθαλψη στις ΗΠΑ «για να ελαχιστοποιηθεί η οικονομική, κοινωνική και ανισότητα στην υγεία».

Ίσως και αυτό να είναι το ζητούμενο. Να δούμε αυτές τις στιγμές ως μια ευκαιρία για να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για νέες δυνατότητες. Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για ριζική αλλαγή, όχι μόνο στις δομές των κοινωνιών, αλλά και σε προσωπικό επίπεδο. Ζώντας εδώ και μήνες απομονωμένοι, έχουμε επανεκτιμήσει απλά πράγματα, χαρές και ελευθερίες που έχουμε χάσει. Ταυτόχρονα, έχουμε ανακαλύψει άλλες διεξόδους που μας βοηθούν να διαχειριστούμε αυτή την δύσκολη περίοδο. Όταν όλο αυτό τελειώσει, ίσως να ξέρουμε λίγα περισσότερα πράγματα για τον εαυτό μας.

ΠΗΓΗ: TheGuardian