Στις 6 Σεπτεμβρίου 1960 δινόταν στη δημοσιότητα στη Γαλλία ένα από τα σημαντικότερα διαβήματα που έγιναν ποτέ από ανθρώπους που συνήθως περιγράφουμε ως «διανοουμένους».

121 από τους πιο γνωστούς γάλλους συγγραφείς, στοχαστές, καθηγητές και ερευνητές υπέγραφαν ένα κείμενο – που έμελλε να γίνει γνωστό ως «Το Μανιφέστο των 121» – το οποίο υπερασπιζόταν το δικαίωμα των γάλλων στρατιωτών να αρνούνται να πάρουν τα όπλα κατά του λαού της Αλγερίας.

Επιπλέον ρητά τόνιζαν ότι θεωρούσαν δικαιολογημένη την προσφορά βοήθειας και προστασίας στους Αλγερινούς και κατέληγαν λέγοντας ότι ο αγώνας του αλγερινού λαού είναι ο αγώνας όλων των ελεύθερων ανθρώπων.

Οι υπογραφές συμπεριλάμβαναν μερικές και μερικούς από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς και στοχαστές του 20ου αιώνα, από τον Αντρέ Μπρετόν, τον Αλέν Ρενέ και τον Πιερ Μπουλέζ μέχρι τον Ζαν Πολ Σαρτρ, τη Μαργκερίτ Ντιράς, τον Ζαν Πιερ Βερνάν και τον Πιερ Βιντάλ-Νακέ.

Ομως, πέρα από τις υπογραφές το περιεχόμενο του κειμένου ήταν μια πλήρης ρήξη με αυτό που αποτελούσε την επίσημη θέση του γαλλικού κράτους. Ουσιαστικά, καλούσαν να ηττηθεί η πατρίδα τους σε έναν πόλεμο που ακόμη παρουσιαζόταν ως προσπάθεια υπεράσπισης της επικράτειας του γαλλικού κράτος απέναντι σε μια ένοπλη εξέγερση.

Με μια έννοια όχι μόνο εύχονταν να ηττηθεί η πατρίδα τους αλλά θεωρούσαν ηθικά επιβεβλημένη την υποστήριξη σε αυτούς που το επίσημο γαλλικό κράτος θεωρούσε ως τρομοκράτες.

Αρκεί να σκεφτούμε ότι έναν χρόνο μετά, στις 17 Οκτωβρίου 1961, μια ειρηνική διαδήλωση των Αλγερινών που ζούσαν στο Παρίσι για να εκφράσουν την υποστήριξή τους στον αγώνα για ανεξαρτησίας της Αλγερίας θα πνιγεί στο αίμα από την αστυνομία του Παρισιού, υπό τις εντολές του Μορίς Παπόν, καταδικασμένου αργότερα για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (για τον ρόλο του στην εκτόπιση Εβραίων στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου).

Οι νεκροί θα φτάσουν έως και τους 200 και ένα τρομακτικό σύνθημα εμφανίστηκε λίγο αργότερα στην όχθη του Σηκουάνα: «εδώ πνίγουμε τους Αλγερινούς».

Αυτό, όμως, που θέλω να σταθώ είναι περισσότερο ο τρόπος που με αυτό το διάβημα ανταποκρίνονταν σε ένα πρότυπο ευθύνης των διανοουμένων, που δεν περιοριζόταν απλώς στη δημόσια τοποθέτηση ή στη λήψη θέσης πάνω σε κρίσιμα ερωτήματα, αλλά ακόμη και στην ευθεία σύγκρουση με τους φορείς εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης και της συνειδητής επιλογής αντιπαράθεσης με αυτό που οριζόταν ως η γραμμή μιας «εθνικής συναίνεσης».

Ηχηρές παρεμβάσεις

Αναρωτιέται κανείς εάν σήμερα θα μπορούσαμε να δούμε ανάλογα διαβήματα και με ανάλογη ανάληψη της ευθύνης για ρήξη και σύγκρουση.

Δεν θέλω να είμαι άδικος: τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ας πούμε σχηματικά μετά την κήρυξη του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» και την εκκίνηση του κύκλου «αυτοκρατορικών» επεμβάσεων που λήγουν – μάλλον άδοξα – με την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν υπήρξαν αρκετές ηχηρές παρεμβάσεις διανοουμένων.

Αρκεί κανείς να αναλογιστεί π.χ. την ομιλία του Χάρολντ Πίντερ κατά τη λήψη του βραβείου Νομπέλ στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ ζήτησε να δικαστεί ο Τόνι Μπλερ για εγκλήματα πολέμου.

Ή πιο πρόσφατα τους διανοουμένους που έχουν σταθεί στο πλευρό του Τζούλιαν Ασάνζ, του ανθρώπου που συνέβαλε, ας μην το ξεχνάμε, στο να γνωρίζουμε τις σκοτεινές πλευρές των επεμβάσεων των τελευταίων δεκαετιών.

Ομως, την ίδια στιγμή θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ότι απουσιάζουν ανάλογης βαρύτητας παρεμβάσεις. Οχι τόσο σε σχέση με το εάν γράφονται ή λέγονται τοποθετήσεις ανάλογα «συγκρουσιακές» αλλά σε σχέση με το εάν έχουν την ίδια δραστικότητα.

Αυτό εν μέρει έχει να κάνει με την ανάπτυξη ενός ιδιότυπου καταμερισμού εργασίας σύμφωνα με τον οποίο ένας ορισμένος ριζοσπαστισμός είναι επιτρεπτός είτε εντός θεωρητικού πλαισίου είτε εντός μιας δημόσιας σφαίρας εκ προοιμίου κατακερματισμένης, ώστε να καθιστά τα διαβήματα περιθωριακά.

Θα μπορούσε κανείς επίσης να σκεφτεί μήπως το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Μήπως δεν αφορά τα χαρακτηριστικά των παρεμβάσεων των ανθρώπων που θα χαρακτηρίζουμε ως «διανοουμένους», αλλά την ίδια τη σχέση των κοινωνιών με αυτό που θα χαρακτηρίζαμε σαν διανοητικότητα, το βαθμό στον οποίο τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να έχουν απήχηση σε ένα περιβάλλον που προκρίνει την απόδοση σε βάρος της ποιότητας, την πληροφορία σε βάρος της κατανόησης, τη συμμόρφωση σε βάρος της αμφισβήτησης.

Ομως και πάλι μια εκδοχή ευθύνης των διανοουμένων δείχνει να έρχεται διαρκώς στο προσκήνιο. Απέναντι σε όλες τις εκδοχές μιας βαναυσότητας που δείχνει διαρκώς να επανέρχεται στο προσκήνιο με ποικίλες μορφές.

Από τον κυνισμό των «φραχτών» απέναντι σε όλους εκείνους που διεκδικούν το δικαίωμα στη ζωή, έως την πολιτική και οικονομική τύφλωση που φέρνει πιο κοντά την κλιματική καταστροφή.

Τι θα ήταν ένα σημερινό Μανιφέστο των 121;

Αναρωτιέται κανείς τι θα ήταν ένα σημερινό Μανιφέστο των 121; Οι καιροί έχουν αλλάξει, όμως θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το να ηττηθεί το σχέδιο της «Ευρώπης Φρούριο», της Ευρώπης των φραχτών και των σφραγισμένων συνόρων απέναντι στον πόνο και την ανάγκη είναι ένα σημερινό αίτημα ανάλογο με το τέλος της αποικιοκρατίας.

Συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης της έμπρακτης αλληλεγγύης στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, ακόμη και όταν αυτή πολλαπλά ποινικοποιείται.

Προηγούμενο άρθροΤουρκία και Αίγυπτος – Εβαλαν στην ατζέντα των συζητήσεων την Ανατολική Μεσόγειο
Επόμενο άρθροΑντιπρόεδρος Κομισιόν – «Να ενισχύουμε την ικανότητα ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ»