Του Δημήτρη Τρίκα

Τα όρια και οι ορισμοί του μυθιστορήματος έχουν δοκιμαστεί πολλές φορές, αρχής γενομένης από τους μεγάλους συγγραφείς του 19ου αιώνα που το μπόλιασαν με την φιλοσοφία, έως τις μεγάλες ανατροπές του μοντερνισμού του 20ου αιώνα και τους εναγώνιους ρόγχους του nouveau roman στα χρόνια του ΄60 και αργότερα- και φυσικά καλώς δοκιμάζονται εκ νέου και διαρκώς από λίγους πια είναι αλήθεια ευφυείς συγγραφείς του καιρού μας. Και λέω «λίγους» γιατί όταν έχουν γίνει «όλα» είναι αδιανόητα δύσκολο να παίξει κανείς στο ταμπλό μιας (νέας) νεωτερικότητας, του πραγματικά καινούργιου και πρωτοποριακού. Εξ΄ ου και η, κραταιά ακόμα, γαβάθα του μεταμοντερνισμού, που λειτουργεί ως μαλακτικό στα γρέζια της επιθυμίας για ανατροπές και νέες ανακαλύψεις και αποτελεί με την αποδοχή των πάντων την θερμή αγκαλιά της πλειοψηφίας.

Ανήκω σ΄ εκείνους που δεν αποδέχονται τον παλαιό δυϊσμό φόρμας-περιεχομένου, σ’ εκείνους που έχουν την άποψη ότι το νόημα συγκροτείται από την φόρμα. Η έκφραση-με την δύναμη που απαιτείται να διαθέτει για να πραγματώνεται ως τέχνη- δίνει νόημα στο όποιο κείμενο είτε αυτό είναι δομημένο από λέξεις είτε από χρώματα, είτε από άλλα υλικά.

Η Μάγκι Νέλσον στο κείμενο της «Οι Αργοναύτες» (σε μετάφραση εξαιρετική της Μαρίας Φακίνου, από τις εκδόσεις Αντίποδες), αφηγείται λογοτεχνικά/ μυθιστορηματικά, με υλικά τη ζωή της(;) και τις σκέψεις της-χωρίς ερωτηματικό εδώ, για την έμφυλη ταυτότητα της και τις σχέσεις της με την/τον τρανς εραστή της και τους άλλους. Αφηγείται την περιπετειώδη όσο και διαρκή ρήξη του Queer με την «κανονικότητα». Την συγκρουσιακή σχέση της αέναης ρευστότητας και της άνευ ορίων επιλογής/ επιθυμίας, με την κυρίαρχη και αυτάρεσκα εφησυχασμένη ζωή της στρέιτ «κανονικότητας». Καλά ως εδώ και ταυτόχρονα, όμως, συνηθισμένα, ιδιαίτερα από τις δεκαετίες του ΄90 και του ΄00 και εντεύθεν. Που έγκειται λοιπόν η ιδιαιτερότητα και η δύναμη των Αργοναυτών της Νέλσον, ώστε να έχει νόημα η ανάγνωση τους στην εποχή μας και με τόσα που έχουν δει τα μάτια μας και ακούσει τα αυτιά μας;

Εκφραστική δύναμη

Πρώτον, στην εκφραστική δύναμη του κειμένου της, στο γεμάτο ενέργεια και δημιουργική επιθετικότητα ύφος της γραφής της. Παραθέτω, από σελίδα 9, την αρχή των πάντων: «Oκτώβριος 2007. Oι άνεμοι της Σάντα Άνα σκίζουν σε μακριές λευκές λωρίδες το φλοιό των ευκαλύπτων. Αψηφώντας τα κλαδιά που κρέμονται απειλητικά από πάνω μας, μια φίλη κι εγώ τρώμε έξω μεσημεριανό, και μου προτείνει να χτυπήσω τατουάζ στις φάλαγγες των δαχτύλων μου τη λέξη ΔΥΣΚΟΛΗ, ως μια υπενθύμιση των καρπών που μπορεί να αποδώσει αυτή η στάση. Αντίθετα, απ’ το δικό μου στόμα ξεχύνονται οι λέξεις Σ’ αγαπώ, σαν μια επωδή, την πρώτη φορά που με παίρνεις απ’ τον κώλο, με το πρόσωπό μου κολλημένο στο τσιμεντένιο πάτωμα της υγρής και συμπαθέστατης εργένικης γκαρσονιέρας σου. Είχες τον Μολλόυ δίπλα στο κρεβάτι και μια στοίβα πούτσες μέσα στη σκοτεινή ντουζιέρα που δεν χρησιμοποιούσες. Έχει και καλύ- τερο; Τι θα πάρεις; ρώτησες κι έμεινες μαζί μου περιμένοντας μια απάντηση».

Δεύτερον στην δύναμη της σκέψης της. Παραθέτω από σελίδα 81: «Ακόμα δεν καταλαβαίνω την ανάγκη να διατρανώνει κανείς τη μισογύνικη απέχθειά του, ακόμα και χάριν της που- στοσύνης, αλλά καταλαβαίνω το να νιώθει αηδία. Τα γεννητικά όργανα κάθε είδους είναι συχνά γλοιώδη και κρεμαστά και απωθητικά. Είναι μέρος της γοητείας τους»… και αφού αναφέρεται στο απόσπασμα του μητρικού σεξουαλικού χαριεντισμού απέναντι ή αν προτιμάτε, εις βάρος του άφωνου γιού από το περίφημο ποίημα του Άλλεν Γκίνσμπεργκ, «Καντίς», γράφει: «Όταν διαβάζω αυτό το απόσπασμα τώρα, νιώθω μόνο συγκίνηση και ανάταση. «Τι άλλο, μύριζε κιόλας ο κώλος της;» – έτσι ακούγεται ο Γκίνσμπεργκ όταν προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του να προχωρήσει όσο περισσότερο μπορεί στο χείλος του γκρεμού, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα βρεθεί με το ζόρι στο υποθετικό, στο μυθοπλαστικό. Πέρα από το «Τέρας της Γεννώσης Μήτρας», στον πρωκτό της μητέρας, τον οποίο σκύβει και μυρίζει. Όχι με στόχο τον εξευτελισμό, αλλά αναζητώντας τα όρια της γενναιοδωρίας. Χρειάζεται εραστή – είμαι εγώ αυτό το όνομα;

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της πίεσης; «Μετά αηδίασα λίγο, όχι πολύ». Ω, ένδοξη αποφόρτιση χωρίς απόρριψη!»…

Τρίτον και τελευταίο και σημαντικότερο για τον γράφοντα, για την απόλυτη αφομοίωση στη ροή της δικής της αφήγησης των αποσπασμάτων κειμένων άλλων διανοητών και συγγραφέων σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που αν δεν ήταν τυπωμένα με πλάγιους χαρακτήρες και δεν υπήρχε το όνομα του κάθε συγγραφέα στο περιθώριο της σελίδας, ο αναγνώστης δεν θα ξεχώριζε την αλλότρια καταγωγή τους!

Στη σελίδα 14 για παράδειγμα, μιλάει για τη σχέση της με τον Χάρυ:

«Το κόλπο είναι να εκπαιδεύσεις το αυτί σου έτσι που να μην το πειράζει να ακούει ξανά και ξανά το όνομα του άλλου. Πρέπει να μάθεις να βρίσκεις καταφύγιο στα γραμματικά αδιέξοδα, να χα- λαρώνεις μέσα στο όργιο του συγκεκριμένου. Πρέπει να μάθεις να ανέχεσαι μια θέση πέρα από τους Δύο, ακριβώς τη στιγμή που επιχειρείς να συλλάβεις την ιδέα μιας σχέσης – και μάλιστα μιας γαμήλιας σχέσης.

Ο γάμος είναι το αντίθετο του ζεύγους. Δεν υπάρχουν πλέον δυαδικές μηχανές: ερώτηση-απάντηση, αρσενικό-θηλυκό, άνθρωπος-ζώο. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να είναι και μια συζήτηση – απλώς το περίγραμμα ενός γίγνεσθαι». (Στο περιθώριο αναγράφονται τα ονόματα των συγγραφέων του παραθέματος που ενσωματώνει, Ζυλ Ντελέζ/Κλαιρ Παρνέ).

Να λοιπόν το παιχνίδι της Νέλσον: Λογοτεχνία- δοκίμιο ως απάντηση στο σύνηθες δίλλημα «λογοτεχνία ή δοκίμιο». Όχι δοκίμιο με λογοτεχνικό ύφος. Όχι λογοτεχνία με θεωρητικά παραθέματα και βιβλιογραφικές παραπομπές. Η απάντηση της Νέλσον είναι μια υβριδική κατασκευή που έχει σαν αποτέλεσμα την «λογοτεχνία- δοκίμιο» ή προκλητικότερα για μας, την ανάδειξη της άποψης ότι «η λογοτεχνία είναι ένα σύγχρονο δοκίμιο και το δοκίμιο είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία», όπως για τον Ιβάν Ζαμπλονκά «η ιστορία είναι μια  σύγχρονη λογοτεχνία». Διαβάστε τους Αργοναύτες της Μάγκι Νέλσον και επί τη ευκαιρία τα δύο, συμπληρωματικά μεταξύ τους, βιβλία του Ζαμπλονκά στις εκδόσεις Πόλις: «Η ιστορία είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία. Μανιφέστο για τις κοινωνικές επιστήμες» και «Λετισιά ή το τέλος των ανδρών»…

Επιστροφή και καταληκτική επισήμανση για το σπουδαίο κείμενο της Μάγκι Νέλσον «Αργοναύτες»: Εμπεριέχει μερικές σελίδες από τις πιο ωραίες ή ακριβέστερα, αιχμηρά καθηλωτικές, που έχω διαβάσει τα τελευταία, αρκετά, χρόνια. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στις σελίδες που μιλάει για τις «ατελείωτες» ώρες πόνου και οδύνης της γέννας του γιού της που βίωσε η ίδια και την βαθιάς ενσυναίσθησης παράλληλη αναφορά/απόδοση στις τελευταίες ώρες προς το «τέλος» της θετής του μάνας που βίωσε ο εραστής της Χάρυ…

Προηγούμενο άρθροΗΠΑ – Ελλείψεις σε βασικά αγαθά «μπλοκάρουν» την οικονομία
Επόμενο άρθροH Walmart κι ένα ψεύτικο δελτίο Τύπου οδήγησαν το Litecoin από τον ουρανό στα τάρταρα