Πολλοί επιστήμονες την χαρακτηρίζουν τη μεγαλύτερη πανδημική απειλή.

Μεταδίδεται μέσω του αέρα. Προσβάλλει τους πνεύμονες και μπορεί να επηρεάσει και άλλα μέρη του σώματος.

Μεγάλος αριθμός κρουσμάτων παραμένει χωρίς συμπτώματα. Όσοι νοσούν, υποφέρουν στα πρώτα στάδια από βήχα και πυρετό.

Για την αντιμετώπισή της, απαιτείται απομόνωση και θεραπεία για εβδομάδες ή και μήνες. Για τον περιορισμό της εξάπλωσής της, είναι απαραίτητη η ιχνηλάτηση επαφών.

Και όχι, δεν είναι η Covid-19.

Είναι η φυματίωση, που σήμερα σκοτώνει τουλάχιστον 1,4 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο: περίπου έναν άνθρωπο κάθε 22 δευτερόλεπτα.

Φέτος, έπειτα από χρόνια μεθοδικής καταπολέμησης και επίπονης προόδου, η μολυσματική νόσος κινδυνεύει να εξελιχθεί ξανά σε υγειονομικό «τέρας», εν μέσω της πανδημίας του κοροναϊού.

Μαζί με αυτή, μάλιστα, εκφράζονται φόβοι και για άλλες δύο, επίσης απειλητικές για τον παγκόσμιο πληθυσμό ασθένειες: το AIDS και την ελονοσία.

«Παράπλευρες απώλειες»

Ο εφιάλτης μιας νέας έξαρσης αυτών των τριών μολυσματικών ασθενειών -που έρχεται να προστεθεί στην άνιση κατανομή των εμβολίων κατά του κοροναϊού- αποτελεί κατά πολλούς μια προαναγγελθείσα τραγωδία.

Τα περιοριστικά μέτρα και τα lockdown λόγω της Covid-19 περιόρισαν σημαντικά την πρόσβαση εκατομμυρίων ανθρώπων στην υγειονομική περίθαλψη, για διαγνωστικές εξετάσεις και θεραπείες.

Είτε λόγω αποστάσεων των τόπων κατοικίας τους από ιατρικά κέντρα. Είτε εξαιτίας του φόβου μόλυνσης από τον κοροναϊό.

Είτε επειδή σε πολλές χώρες με υψηλά ποσοστά μολύνσεων από φυματίωση, HIV και ελονοσία – ιδιαίτερα στην Αφρική, στην Ασία και στη Λατινική Αμερική- πολλά νοσοκομεία εστίασαν αποκλειστικά και αναγκαστικά τη λειτουργία τους στην καταπολέμηση της Covid-19.

Παράλληλα, οι περιορισμοί στις αεροπορικές και θαλάσσιες μετακινήσεις περιόρισαν σημαντικά την παράδοση φαρμάκων σε περιοχές, που έχουν πληγεί περισσότερο από τις μολυσματικές αυτές νόσους.

Το αποτέλεσμα; Στην Ινδία, όπου καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό κρουσμάτων φυματίωσης παγκοσμίως (27%), οι διαγνώσεις μειώθηκαν σχεδόν κατά 75% από την έναρξη της πανδημίας.

Στην Ινδονησία, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 70%, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Στη Νότια Αφρική και στη Μοζαμβική κυμάνθηκε στο 50%. Στο 20% έφτασε στην Κίνα.

Συνολικά, το 2020, περίπου ένα εκατομμύριο άτομα λιγότερα συγκριτικά με το το 2019 εξετάστηκαν ή υποβλήθηκαν σε θεραπεία για φυματίωση, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Παγκόσμιου Ταμείου για την Καταπολέμηση του AIDS, της Φυματίωσης και της Ελονοσίας: μιας σύμπραξης κυβερνήσεων, μη κυβερνητικών οργανώσεων και του ιδιωτικού τομέα.

Εξ αυτών, η μείωση ήταν 19% σε περιπτώσεις θεραπείας για φυματίωση ανθεκτική στα φάρμακα και 37% για εκτεταμένα ανθεκτική.

Παράλληλα, οι διαγνωστικές εξετάσεις για το AIDS περιορίστηκαν κατά 22%. Και κατά 11% τα προγράμματα για την πρόληψη κατά τη νόσου, γνωστής και ως Συνδρόμου Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας (12% στον νεότερο πληθυσμό).

Οι θεραπείες αποτροπής του κινδύνου μετάδοσης του ιού HIV από μητέρες-φορείς στα παιδιά τους μειώθηκε κατά 4,5%.

Οι εξετάσεις ύποπτων κρουσμάτων ελονοσίας συρρικνώθηκαν αντίστοιχα κατά 4,3%.

Στο μεσοδιάστημα, γράφουν οι New York Times, κατασκευάστριες εταιρείες διαγνωστικών τεστ, που μέχρι πρότινος εστίαζαν στη φυματίωση, στράφηκαν στην «αγορά» του κοροναϊού, που είναι πιο προσοδοφόρα.

Ανάλογοι φόβοι εκφράζονται τώρα και για φαρμακευτικές εταιρείες.

Μεγάλο πισωγύρισμα

«H Covid-19 κινδυνεύει να εκτροχιάσει όλες μας τις προσπάθειες και να μας πάει πίσω 20 χρόνια», λέει ο Δρ. Πέδρο Αλόσνο, επιδημιολόγος και διευθυντής του Παγκόσμιου Προγράμματος Κατά της Ελονοσίας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

«Φοβάμαι ότι αυτό αναπόφευκτα σημαίνει εκατοντάδες χιλιάδες επιπλέον θανάτους», προειδοποιεί ο Πίτερ Σαντς, εκτελεστικός διευθυντής του Παγκόσμιου Ταμείου.

Την κατάσταση κάνει πιο ζοφερή το γεγονός ότι περίπου 115 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν οδηγηθεί σε ακραία φτώχεια λόγω της Covid-19, περιορίζοντας περαιτέρω την πρόσβασή τους στην υγειονομική περίθαλψη.

Οι φόβοι των ειδικών σε θέματα δημόσιας υγείας εντείνονται από το «θολό» τοπίο που επικρατεί ως προς τις μολυσματικές ασθένειες σε απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, και δη σε αυτά που δεν καλύπτονται από το Παγκόσμιο Ταμείο.

Προειδοποιούν επίσης για τον κίνδυνο οι εν λόγω μολυσματικές ασθένειες να γίνουν πιο ανθεκτικές στα υπάρχοντα φάρμακα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα: η αδιάκριτη χρήση της χλωροκίνης -κομβικής στην αντιμετώπιση της ελονοσίας- σε θεραπευτικές μεθόδους κατά του κοροναϊού.

Για να αντιστραφεί το πισωγύρισμα που καταγράφεται σήμερα στην ανάσχεση της φυματίωσης, του HIV και της ελονοσίας, το Παγκόσμιο Ταμείο εκτιμούσε κιόλας από πέρυσι ότι θα απαιτηθούν κονδύλια άνω των 28 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Μέχρι σήμερα, έχει δαπανήσει περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια περισσότερα από τον συνηθισμένο προϋπολογισμό του, σύμφωνα με τον Πίτερ Σαντς.

Μέχρι τον περασμένο Αύγουστο, δε, έχει συγκεντρώσει 3,3 δισεκατομμύρια δολάρια, για προγράμματα ενίσχυσης των συστημάτων υγείας σε 107 χώρες.

Υπάρχουν επίσης δεσμεύσεις δωρητών, προσέθεσε ο Πίτερ Σαντς, για τη διάθεση επιπλέον 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων στη μάχη κατά του HIV και 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά της φυματίωσης τα επόμενα τρία χρόνια.

Με γνώμονα πάντως και την ιστορική εμπειρία, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι παράπλευρες αυτές συνέπειες της υγειονομικής κρίσης του κοροναϊού θα γίνουν -κατ’ αρχάς στις φτωχές χώρες- αισθητές μετά το (αδιόρατο ακόμη) τέλος της πανδημίας της Covid-19.

Προηγούμενο άρθροΧαλκίδα – Μεθυσμένος οδηγός έπεσε με το αυτοκίνητό του πάνω σε όχημα που «μπούκαρε» σε επιχείρηση
Επόμενο άρθροΝέο χρηματοδοτικό εργαλείο για τη στήριξη των επιχειρήσεων Παραγωγής Οπτικοακουστικών Έργων