Στις 11 Ιανουαρίου 2002, ντυμένοι με πορτοκαλί στολές και έχοντας μόλις αποβιβαστεί από στρατιωτικό αεροσκάφος, οι πρώτοι 20 κρατούμενοι, ύποπτοι για τρομοκρατία, έφθασαν στην αμερικανική στρατιωτική βάση του Γκουαντάναμο. Οι ΗΠΑ ζούσαν ακόμα στον απόηχο της τρομοκρατικής επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου, τέσσερις μήνες νωρίτερα. Η τεράστια ναυτική βάση στα νοτιοανατολικά της Κούβας πρόσφερε πλεονεκτήματα στις αμερικανικές Αρχές, καθώς δεν υπόκειται στους νόμους των ΗΠΑ, δικηγόροι και συγγενείς δεν είχαν πρόσβαση και, όπως προειδοποίησε ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους όταν την άνοιξε, η Συνθήκη της Γενεύης δεν κάλυπτε τους κρατουμένους εκεί. Επρόκειτο, σύμφωνα με το Πεντάγωνο, «για τους χειρότερους των χειρότερων» και η χώρα βρισκόταν σε πόλεμο, οπότε όλα ήταν πιθανά.

Το Γκουαντάναμο κατέληξε να γίνει σύμβολο κακοποίησης και βασανιστηρίων από τη χώρα που υπερηφανεύεται ότι είναι ο φάρος της δημοκρατίας. Κάποια στιγμή έφτασε να στεγάζει 680 κρατουμένους. Ο Μπους που το άνοιξε είπε ότι ήθελε να το κλείσει. Ο Δημοκρατικός διάδοχός του Μπαράκ Ομπάμα προσπάθησε επί χρόνια, ο Ντόναλντ Τραμπ σταμάτησε τη διαδικασία, αλλά ο Τζο Μπάιντεν περιέλαβε το κλείσιμο στις προεκλογικές του υποσχέσεις. Κι όμως, 20 χρόνια μετά το άνοιγμά της, η πιο διαβόητη στρατιωτική φυλακή παραμένει ανοιχτή με 39 κρατουμένους, γεγονός που προκαλεί την οργή οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της κυβέρνησης. Οι δυσκολίες στη μεταφορά κρατουμένων, που οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στους περιορισμούς που επιβλήθηκαν από το Κογκρέσο, έχουν κάνει το Γκουαντάναμο μια ανεξίτηλη κηλίδα στον αγώνα των ΗΠΑ κατά της τρομοκρατίας.

Ο εικονικός πνιγμός (waterboarding), η στέρηση ύπνου και η έκθεση σε ακραίες θερμοκρασίες είναι μερικές από τις τεχνικές βασανιστηρίων που χρησιμοποίησαν οι Αμερικανοί στο Γκουαντάναμο. Αποδείχτηκε με πολλούς τρόπους, με τη δημοσίευση απόρρητων εγγράφων από το WikiLeaks το 2011, από φωτογραφίες και από δικηγόρους για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή βιβλία όπως αυτό του Μοχαμέντου Ουλντ Σλάχι, του Μαυριτανού που έγραψε τα απομνημονεύματά του το 2005 και κυκλοφόρησαν το 2016. Ο Πακιστανός Ματζίντ Καν έγινε ο πρώτος τρόφιμος του Γκουαντάναμο που ανέφερε δημόσια μεθόδους ανάκρισης σε στρατιωτικό δικαστήριο σε αυτή τη βάση τον περασμένο Οκτώβριο. «Οσο περισσότερο συνεργαζόμουν, τόσο περισσότερο με βασάνιζαν», δήλωσε.

Σε δέκα από τους εναπομείναντες 39 κρατουμένους στη βάση έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, μεταξύ των οποίων πέντε κατηγορούνται ότι βοήθησαν στον σχεδιασμό των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, που στοίχισαν τη ζωή σε 3.000 ανθρώπους. Αλλά δεν έχουν ακόμη δικαστεί και αυτό περιλαμβάνει τον Χαλέντ Σεΐχ Μοχάμεντ, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν ο εγκέφαλος των επιθέσεων. Δύο άλλοι κρατούμενοι έχουν καταδικαστεί και εκτίνουν ποινή: ο Αλί Χαμζά Σουλεϊμάν αλ Μπαχλούλ, βοηθός του Μπιν Λάντεν που αντιμετωπίζει ισόβια κάθειρξη, και ο Ματζίντ Χαν, πακιστανός κάτοικος του Μέριλαντ που συμμετείχε σε διάφορα σχέδια της Αλ Κάιντα και θα έχει εκτίσει την ποινή του τον επόμενο μήνα.

Στους υπόλοιπους δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες αυτά τα 20 χρόνια, αλλά παραμένουν στο Γκουαντάναμο με το επιχείρημα ότι είναι κρατούμενοι πολέμου στη σύγκρουση με την Αλ Κάιντα και μπορούν να παραμείνουν εκεί επ’ αόριστον. Επιτροπή που εξετάζει την κατάστασή τους έχει προτείνει τη μεταφορά περίπου δώδεκα από αυτούς, κάτι που δεν είναι εύκολο. Σε ολόκληρο τον πρώτο χρόνο της διακυβέρνησής του, ο Τζο Μπάιντεν μπόρεσε να μεταφέρει μόνο έναν κρατούμενο, τον Αμπντούλ Λατίφ Νασίρ, ο οποίος μεταφέρθηκε – και κρατήθηκε κατά την άφιξή του – στο Μαρόκο.

Το Κογκρέσο απαγορεύει τη μεταφορά αυτών των κρατουμένων στις ΗΠΑ λόγω της επικινδυνότητάς τους και, επιπλέον, απαγορεύει τη χρήση δημόσιων πόρων τόσο για τη μεταφορά τους σε ξένες χώρες ή έδαφος των ΗΠΑ όσο και για οποιαδήποτε επέκταση ή κατασκευή στις σημερινές εγκαταστάσεις. Ο Μπάιντεν ζήτησε χωρίς επιτυχία από το Κογκρέσο να καταργήσει αυτούς τους όρους. Σε συνεδρίαση στη Γερουσία τον Δεκέμβριο, οι Ρεπουμπλικανοί κατέστησαν σαφές ότι δεν σκοπεύουν να αλλάξουν ούτε ένα κόμμα στον ισχύοντα νόμο.

Οπως γράφει η ισπανική εφημερίδα «El Pais», ο Τζορτζ Μπους προσπάθησε να αλλάξει κάποια πράγματα μετά το άνοιγμα της φυλακής. Πρώτον, παραδέχτηκε ότι οι κρατούμενοι Ταλιμπάν και Αφγανοί θα καλύπτονταν από τη Σύμβαση της Γενεύης. Το 2006, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι αυτή η σύμβαση ισχύει για όλους τους κρατουμένους και ότι το σύστημα στρατιωτικών επιτροπών που σχεδιάστηκε από τον Λευκό Οίκο παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος απελευθέρωσε περίπου 500 συλληφθέντες και ο Ομπάμα γύρω στους 200. Οταν ο Δημοκρατικός πρόεδρος ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2009, υποσχέθηκε ότι θα κλείσει τις φυλακές του Γκουαντάναμο μέσα σε έναν χρόνο – κάτι που δεν έγινε. Η διατήρησή τους έχει κόστος περίπου 13 εκατομμυρίων δολαρίων ανά κρατούμενο και έτος για το δημόσιο ταμείο. Μόλις πριν από λίγες ημέρες ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ παραδέχθηκε ότι η διατήρησή τους αφήνει μια «ηθική κηλίδα» στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Λι Βολόσκι, ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Ομπάμα για το κλείσιμο του Γκουαντάναμο που σήμερα είναι ειδικός σύμβουλος του προέδρου Μπάιντεν, κατανόησε όλα αυτά τα χρόνια, όπως γράφει στο «Politico», πόσο δύσκολο είναι «να γυρίσουμε οριστικά σελίδα σε ένα σκοτεινό κεφάλαιο της αμερικανικής ιστορίας. Ηταν μια τεράστια διπλωματική πρόκληση να προσπαθούμε να πείσουμε ξένες κυβερνήσεις να δεχθούν κρατουμένους από το Γκουαντάναμο. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ η ακραία πολωμένη πολιτική ατμόσφαιρα και μυριάδες νομικά εμπόδια έκαναν τη διαδικασία ακόμα πιο δύσκολη. Οι στρατιωτικές φυλακές μπήκαν σύντομα στη σκιά ενός οδυνηρού εθνικού τραύματος, με ελάχιστη προσοχή στις μελλοντικές νομικές επιπτώσεις. Το χάος στο Γκουαντάναμο το προκαλέσαμε μόνοι μας – αποτέλεσμα των αποφάσεών μας να υποβάλουμε τους κρατουμένους σε βασανιστήρια, να κρατήσουμε υπόπτους επί δεκαετίες χωρίς να τους απαγγείλουμε κατηγορίες και να δημιουργήσουμε δυσλειτουργικές στρατιωτικές επιτροπές».

Προηγούμενο άρθροΝίκος Χατζόπουλος – «Με καθόρισε η απώλεια της οικογένειάς μου»
Επόμενο άρθροΠέντε βήματα για την προστασία των μαθητών από την Όμικρον