Οι κινήσεις που συγχρονίζονται με τον ρυθμό της μουσικής είναι συχνά τόσο αυτόματες ώστε δεν δίνουμε σημασία στον ακριβή συντονισμό που απαιτούν από τον εγκέφαλο και το σώμα μας.

«Τα ρυθμικά χτυπήματα, τα παλαμάκια και ο χορός σε συγχρονισμό με τον ρυθμό της μουσικής βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρώπινης μουσικότητας» λέει η Ρέινα Γκόρντον του Ινστιτούτου Γενετικής «Βάνρερμπιλτ» στο Τενεσί.

Μελέτη που δημοσιεύει η ομάδα της στο Nature Communications, σε συνεργασία με την αμερικανική εταιρεία γενετικών αναλύσεων 23andMe και ερευνητών άλλων χωρών, προσφέρει σημαντικά νέα στοιχεία για το βιολογικό υπόβαθρο των ρυθμικών κινήσεων.

Η μελέτη, η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα που εξετάζει ολόκληρο το ανθρώπινο γονιδίωμα για μια μουσική ικανότητα, αποκαλύπτει 69 γονιδιακές παραλλαγές που σχετίζονται με τον συγχρονισμό της κίνησης και του ρυθμού.

«Ο ρυθμός δεν επηρεάζεται μόνο από ένα γονίδιο –επηρεάζεται από εκατοντάδες» σημειώνει η Γκόρντον.

Η ανάλυση έδειξε ότι ο συγχρονισμός με τη μουσική εξαρτάται εν μέρει από τη γενετική αρχιτεκτονική που εμπλέκεται  σε βιολογικούς ρυθμούς όπως η βάδιση, η αναπνοή και το βιολογικό ρολόι.

Τα ευρήματα, λένε οι ερευνητές, ρίχνουν φως στο πώς η βιολογία προσφέρει το υπόβαθρο για κάτι τόσο πολιτιστικά μοναδικό όσο η μουσικότητα, και παράλληλα αποκαλύπτουν συνδέσεις ανάμεσα στον ρυθμό και την υγεία.

Η ερευνητική ομάδα διευκρινίζει πάντως ότι τα γονίδια εξηγούν μόνο εν μέρει τις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων στις ρυθμικές ή χορευτικές ικανότητητες και ότι το περιβάλλον παίζει μεγάλο ρόλο. Η μελέτη αυτών των περίπλοκων γονιδιακών επιδράσεων στις μουσικές ικανότητες είναι εφικτή μόνο με μεγάλο αριθμό εθελοντών. Σε αυτή την περίπτωση, οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα για περισσότερα από 600.000 άτομα που συμμετείχαν σε διάφορες προηγούμενες μελέτες.

«Η αντίληψη του μουσικού ρυθμού έχει ενδιαφέροντες συνδέσεις με άλλες πλευρές της νόησης όπως η αντίληψη της ομιλίας και παίζει σημαντικό ρόλο στις θετικές επιδράσεις της μουσικής σε ορισμένες νευρολογικές ασθένειες, όπως η βάδιση στη νόσο του Πάρκινσον» σχολίασε ο Άνιρουντ Πάτελ, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Ταφτς ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη.

«Χρησιμοποιώντας ένα τόσο μεγάλο σετ δεδομένων επιτρέπει στους ερευνητές να ανακαλύπτουν νέα στοιχεία για τη βιολογία και τα εξελικτικά θεμέλια της μουσικότητας. Αν και τα τελευταία χρόνια βλέπουμε άνθηση των νευροεπιστημονικών και αναπτυξιακών ερευνών για την αντίληψη του ρυθμού, η συγκεκριμένη μελέτη προχωρά τη βιολογική μελέτη του ρυθμού σε νέο επίπεδο».

Προηγούμενο άρθροΤο Champions League επιστρέφει: Ολες οι ημερομηνίες μέχρι και τον τελικό της Πόλης
Επόμενο άρθροΠάτρα: Στη ΓΑΔΑ η Δήμητρα Πιπισπιρίγκου για κατάθεση – Μάρτυρας, όχι ύποπτη